καταλιθοβολέω
καταλιθοβολέω, throw stones at, stone
καταλῐθοβολέω,
- throw stones at, stone, LXX Ex. 17.4.
κατα·λιθοβολέω-ῶ [ῐ] c. le préc. Spt. Ex. 17, 4.
καταλιθοβολέω, = καταλιθάζω, LXX.