καταληΐζομαι
καταληΐζομαι, plunder
καταληΐζομαι,
- plunder, τοὺς ὑπηκόους Procop. Arc. 21, cf. Hsch., Phot.
καταληΐζομαι, ausplündern, verheeren, VLL.
καταληΐζομαι, plunder