καταλήθομαι
καταλήθομαι, to forget utterly
καταλήθομαι,
- forget utterly, τινος Il. 22.389.
κατα·λήθομαι (seul. prés. ind. 3 pl. καταλήθονται) oublier entièrement, gén. Il. 22, 389.
καταλήθομαι, (λήθομαι), ganz vergessen, τινός, Il. 22.389.
καταλήθομαι : forget entirely.
καταλήθομαι
- Dep. to forget utterly, τινός Il.