καταλέω
καταλέω, to grind down
κατ-ᾰλέω, aor. 1 κατ-άλεσα,
- grind, κατὰ πυρὸν ἄλεσσαν Od. 20.109; κριθὰς ἐς τὸ πῶμα Hecat. 323 J., cf. Hdt. 4.172, Hp. VM 3, Ph. Bel. 88.46, Str. 6.1.8; κ. [μόσχον] λεπτόν LXX Ex. 32.20:—Pass., καταλεσθείς Ph. 1.257.
κατ·αλέω-ῶ (f. έσω, ao. κατήλεσα) [ᾰλ] moudre, Hpc. 405, 38, etc. ; Hdt. 4, 172 ; Str. 260, etc.
καταλέω, (ἀλέω), zermahlen, zermalmen ; in tmesi, κατὰ πυρὸν ἄλεσσαν, Od. 19.109 ; Hippocr.; Her. 4.172 u. Folgde ; κατήλεσαν Strab. VI.260.
καταλέω
fut. έσω
- to grind down, Od., Hdt.