καταλιμπάνω
καταλιμπάνω,
- = καταλείπω, Hp. Mul. 1.78, Th. 8.17, Antiph. 35, PPetr. 3pp. 4,12 (iii B.C.), LXX Ge. 39.16, Ocell. 4.13, etc.
κατα·λιμπάνω (seul. prés.) c. καταλείπω, Hpc. 627 ; Plat. Ep. 358a, etc.
καταλιμπάνω, = καταλείπω ; Antiphan. bei Ath. XV.690a u. Machon ib. VIII.341c ; Plat. Ep. IX.358a u. sonst.
καταλιμπάνω
= καταλείπω, Thuc.