καταλήψιμος
καταλήψιμος, to be seized and condemned
καταλήψιμος, ον,
- to be seized and condemned, opp. ἀπολύσιμος, Antipho 4.4.9.
καταλήψιμος, ος, ον, sujet à condamnation, Ant. 129, 4.
Étym. καταλαμβάνω.
καταλήψιμος, zu ergreifen ; zur Verurteilung führend, Ggstz ἀπολύσιμος, Antiph. 4 δ 9.