καταμαγεύω
καταμαγεύω, to bewitch
καταμᾰγεύω,
- bewitch, Luc. Nec. 7.
κατα·μαγεύω [μᾰ] ensorceler, acc. Luc. Nec. 7.
καταμαγεύω, bezaubern, τινά, Luc. Necyom. 7.
καταμαγεύω
fut. σω
- to bewitch, Luc.