καταμαθητικός
καταμαθητικός, apt at learning
καταμαθ-ητικός, ή, όν,
- apt at learning, Poll. 9.152.
καταμαθητικός, ή, όν, zum Lernen, Begreifen geschickt, Poll. 9.152.
καταμαθητικός, apt at learning