καταλύω
καταλύω, καταλύω, destroy; dissolve
- put down, destroy, πολλάων πολίων κατέλυσε κάρηνα Il. 2.117, 9.24; τείχη, [πτόλιν], E. Tr. 819, 1080 (both lyr.); γέφυραν break it up, Hdn. l.c.
- 2 of political or other systems, dissolve, break up, put down, κ. ἀρχήν, βασιληΐην, ἰσοκρατίας, Hdt. 1.53, 54, 5.92.αʹ; τοῦ Διὸς τὴν δύναμιν Ar. Pl. 142; τὸ κράτος τῆς βουλῆς Plu. Per. 7; τὰς προσόδους τὰς Μιλησίων SIG 633.40 (Milet., ii B. C.): freq. in Att., κ. τὸν δῆμον Ar. Ec. 453, Th. 3.81; τὴν δημοκρατίαν Ar. Pl. 948; τὰς πολιτείας Decr. ap. D. 18.182:—Pass., καταλελυμένης τῆς δημοκρατίας Lex ap. And. 1.96, cf. 95, Lys. 13.4, Arist. Pol. 1292a29: fut. Med. as Pass., καταλύσεται . . ἡ ἀρχή (Cobet καταλελύσεται) X. Cyr. 1.6.9.
- b c. acc. pers., put down, depose, κ. τύραννον Th. 1.18, etc.; κ. τινὰ τῆς ἀρχῆς X. Cyr. 8.5.24:— Pass., τῶν ἄλλων καταλελυμένων στρατηγῶν having been dismissed, Hdt. 6.43; καταλυθῆναι τῆς ἀρχῆς Id. 1.104, cf. 6.9.
- c dissolve, dismiss, disband a body, καταλύειν τὴν βουλήν, τὸν στόλον, Id. 5.72, 7.16.βʹ; τῶν πόλεων τά τε βουλευτήρια καὶ τὰς ἀρχάς Th. 2.15; τὸ ναυτικόν D. 18.102 (Pass.).
- d abolish or annul laws, customs, etc., δίκην Gorg. Pal. 17; νόμους Isoc. 6.66 (Pass.), Plb. 3.8.2, cf. Ev.Matt. 5.17; ψήφισμα Michel 725.20 (ii B.C.); also κ. τὸν ἱππέα render him useless, X. Eq. 12.5.
- e τὴν φυλακὴν κ. neglect the watch, Ar. V. 2, cf. Arist. Pol. 1308a29; τὴν φρουράν Pl. Lg. 762c; τὴν κοινὴν φυλακὴν καταλυθῆναι βούλεται Din. 1.112.
- f κ. τὴν τριηραρχίαν lay it down, Isoc. 18.59; τὴν ἄσκησιν, v. infr. 3a.
- 3 bring to an end, τὸν βίον X. Ap. 7; ἐς Ἅιδαν καταλύσουσʼ ἔμμοχθον βίοτον E. Supp. 1004 (lyr.); μώμου ἀδικίαν καὶ δόξης ἀμαθίαν Gorg. Hel. 21; ἐλπίδα Th. 2.89; δόξα, ἣν αἰσχρόν ἐστιν ἐν σοὶ -λῦσαι D. 10.73; κ. τὸ πλεῖν, τὴν ἄροσιν, Id. 33.4, Ael. NA 13.1; κ. τὰς θυσίας Lys. 30.17, Isoc. 6.68; τὰ γυμνάσια And. 4.39; τὸν λόγον Aeschin. 2.126, Isoc. 12.176; τοὺς λόγους περὶ τὰ μέγιστα κ. ib. 199: abs., make an end, ὥρᾳ κ. die in good time, Diocl.Com. 14, cf. Philostr. VA 8.28; πύκτης ὢν κατέλυσε retired from the ring, AP 11.79 (Lucill.), cf. 161 (Id.) (in full -λῦσαι τὴν ἄσκησιν Gal. Protr. 14); καθάπερ ἐν τοῖς χοροῖς ἐν τῷ καταλύειν in the ending, Arist. Pr. 921a20: also pf. part. Pass. καταλελυμένος disused, obsolete, Phld. Mus. p.68 K.
- b κ. τὴν ὑπάρχουσαν εἰρήνην break the peace, Aeschin. 3.55; but,
- c more commonly, κ. τὸν πόλεμον end the war, make peace, Ar. Lys. 112, Th. 7.31, X. An. 5.7.27, etc.; δίκας settle disputes, IG 5(2).357.15 (Stymphalus, iii B.C.): abs. (sc. τὸν πόλεμον), Foed. ap. Th. 5.23; πρός τινα Foed. ib. 8.58:—more freq. in Med., καταλύσασθαι τὰς ἔχθρας, componere inimicitias, Hdt. 7.146; τὸν πόλεμον And. 3.17, Th. 6.36; στάσιν Ar. Ra. 359: abs., make peace, Hdt. 8.140.αʹ, Th. 1.81, X. HG 6.3.6, etc.; καταλύεσθαί τινι come to terms with one, Hdt. 9.11, etc.
- 4 Pass., ἤδη καταλελυμένης τῆς ἡλικίας in the decay of life, Arist. Pol. 1335a34.
- II unloose, unyoke, καταλύσομεν ἵππους Od. 4.28; τὸ σῶμα τοῦ ἀδελφεοῦ κ. take it down from the wall where it was hung up, Hdt. 2.121.γʹ:—Pass., to be taken down from hanging, Hp. Aph. 2.43.
- 2 intr., take up oneʼs quarters, lodge, παρʼ ἐμοὶ καταλύει he is my guest, Pl. Grg. 447b, cf. Prt. 311a, D. 18.82: abs., Pl. Prt. 315d: c. acc., κ. παρά τινα turn off the road to a personʼs house, go and lodge with him, Th. 1.136; κ. εἰς πανδοκεῖον Aeschin. 2.97; Μεγαροῖ Pl. Tht. 142c; ἐν τῷ ἱαρῷ SIG 978.8 (Cnidos, iii B.C.):—Med., θανάτῳ καταλυσαίμαν may I take my rest in the grave, E. Med. 146 (anap.).
1. losmaken, uitspannen:
2. verwoesten:
3. ontbinden, uiteen laten gaan:
4. afschaffen,
1) vernichten, zerstören ; ὃς δὴ πολλάων πολίων κατέλυσε κάρηνα, Il. 2.117, 9.24 ; τείχη Eur. Troad. 819 ; πόλεως ἃν πυρὸς αἰθομένα κατέλυσεν ὁρμά 1081 ; τὴν βασιληΐην Her. 1.54 ; τὴν βουλήν 5.72 ; τῶν πόλεων τά τε βουλευτήρια καὶ τὰς ἀρχάς Thuc. 2.15 ; so öfter von Aufhebung der bestehenden Verfassung des Staates ; ὁ δῆμος καταλύεται, die Demokratie wird aufgehoben, vernichtet, Andoc. 3.1, 4 ; Dem. 13.14 u. andere Redner oft ; auch πλῆθος, Lys. 13.16 ; καταλύσεταί σου εὐθὺς ἡ ἀρχή Xen. Cyr. 1.6.9, für das fut. pass.; auch in anderen Vrbdgn, καταλύειν πειράσεσθε τοῦτον τῆς ἀρχῆς Cyr. 8.5.24, ihn der Herrschaft zu entsetzen, wie Her. sagt τῆς ἀρχῆς κατελύθησαν, 1.104 ; ὅπως ἄρξει τε ἀεὶ καὶ μὴ καταλυθήσεται Plat. Legg. IV.714c ; Pol. öfter, τὰς μοναρχίας, τοὺς νόμους, 2.43.8, 3.8.2 ; – γέφυραν, abbrechen, Hdn. 8.4.4.
2) auseinander gehen lassen ; στόλον Her. 7.16.2 ; στρατιάν Xen. Cyr. 6.1.15 ; pass., τῶν ἄλλων καταλελυμένων στρατηγῶν Her. 6.43 ; πόλεμον, den Krieg beilegen, Thuc. 8.58 u. öfter ; auch absol., 5.23 ; Ggstz von ἀνελέσθαι, Xen. An. 5.7.27. Daher im med. sich aussöhnen, die Streitigkeiten beilegen, Thuc. 1.81, 4.16 u. öfter, wie καταλύσονται τῷ Πέρσῃ Her. 9.11, vgl. 8.140 ; aber auch καταλύεσθαι τὸν πόλεμον, den Krieg untereinander beilegen, Andoc. 3.17 ; vgl. Xen. Hell. 6.3.6. – Aehnl. λόγον, die Rede beendigen, Isocr. 12.176, u. τὸν βίον, Xen. Apol. 7, wie Eur. Suppl. 1004 εἰς ᾍδαν καταλύσουσʼ ἔμμοχθον βίοτον.
3) losbinden, losspannen, καταλύσομεν ἵππους Od. 4.28 ; Halt machen, um auszuruhen, einkehren, nach Moeris hellenistisch für κατάγεσθαι ; aber Thuc. sagt 1.136 παρὰ Ἄδμητον καταλῦσαι u. Dem. πρέσβεις δεῦρʼ ἀφικνούμενοι παρὰ σοὶ κατέλυον, 18.82 ; vgl. Plat. Theaet. 142c ; öfter bei Sp.
4) absol., aufhören, πύκτης ὢν κατέλυσε Lucill. 43 (XI.161); so Dem. οὔπω ἔτη ἐστὶν ἑπτά, ἀφʼ οὗ τὸ μὲν πλεῖν καταλέλυκα, ich habe das Fahren zur See eingestellt, damit aufgehört, 33.4, vgl. 10.73 u. Ath. XIII.581c ; – φυλακήν, den Wachtposten aufgeben, ablösen, Ar. Vesp. 2, vgl. Plat. Legg. IV.714c ; Arist. Pol. 5.8.
[κατα- 5.]
- 1
To loose, unyoke (horses) Od. 4.28.
- 2
To bring to ruin, destroy : πολίων κάρηνα Il. 2.117= Il. 9.24.
- 1
Strong 2647
1. to destroy, cast down: Mt 24:2, Mk 13:2, Lk 21:6; τ. ναόν, Mt 26:61 27:40, Mk 14:58 15:29, Ac 6:14; οἰκίαν, II Co 5:1; opp. to οἰκοδομεῖν, Ga 2:18. Metaph., to overthrow, annul, abrogate: Ac 5:38, 39; τ. ἔργον τ. θεοῦ, Ro 14:20; τ. νόμον, Mt 5:17 (II Mac 2:22).
2. to unloose, unyoke (e.g. horses), hence intrans., of travellers (cf. κατάλυμα), to take up one's quarters, lodge (cl., Ge 19:2, al.): Lk 9:12 19:7.†
- Ito put down, destroy, Il., Eur.
- 2of governments, to dissolve, break up, put down, Hdt., Ar., etc.; κ. τύραννον to put down, to depose, Thuc.; κ. τινὰ τῆς ἀρχῆς Xen.:—Pass., τῶν ἄλλων καταλελυμένων στρατηγῶν having been dismissed, Hdt.,
- bto dissolve, dismiss, disband a body, καταλύειν τὴν βουλήν Hdt.; τὸ ναυτικόν Dem.
- cτὴν φυλακὴν κ. to neglect the watch, Ar.
- 3to end, bring to an end, βίοτον Eur.; τὸν βίον Xen.
- bκ. τὴν εἰρήνην to break the peace, Aeschin.
- cκ. τὸν πόλεμον to end the war, make peace, Thuc., Xen., etc.; and absol. (sub. τὸν πόλεμον) καταλύειν τινί or πρός τινα to make peace with him, Thuc.:—so in Mid., Thuc., etc.; καταλύεσθαι τὰς ἔχθρας Hdt.
- IIto unloose, unyoke, ἵππους Od.; τὸ σῶμα τοῦ ἀδελφεοῦ κ. to take it down from the wall, Hdt.
- 2intr. to take up oneʼs quarters, to lodge, παρʼ ἐμοὶ καταλύει he is my guest, Plat.; κ. παρά τινα to go and lodge with him, Thuc.: absol. to take oneʼs rest, Ar.; Mid., θανάτῳ καταλυσαίμαν may I take my rest in the grave, Eur.
-
…τὸν Πειραιᾶ τεῖχος περιελεῖν. ὁρῶντες δὲ οὗτοι οἱ ἄνδρες ὀνόματι μὲν εἰρήνην λεγομένην, τῷ δʼ ἔργῳ τὴν δημοκρατίαν καταλυομένην, οὐκ ἔφασαν ἐπιτρέψειν ταῦτα γενέσθαι, οὐκ ἐλεοῦντες, ὦ ἄνδρες Ἀθηναῖοι, τὰ τείχη, εἰ πεσεῖται ,…
Lysias, Speeches
-
…ὑπὲρ ὑμῶν ἀποθανόντος Θηραμένους ἀλλʼ ὑπὲρ τῆς αὑτοῦ πονηρίας, καὶ δικαίως μὲν ἐν ὀλιγαρχίᾳ δίκην δόντος ἤδη γὰρ αὐτὴν κατέλυσε, δικαίως δʼ ἂν ἐν δημοκρατίᾳ · δὶς γὰρ ὑμᾶς κατεδουλώσατο, τῶν μὲν παρόντων καταφρονῶν, τῶν δὲ ἀπόντων…
Lysias, Speeches
-
…ὦ ἄνδρες Ἀθηναῖοι, ἐξ ἀρχῆς τῶν πραγμάτων ἁπάντων ἀκοῦσαι, ἵνʼ εἰδῆτε πρῶτον μὲν ᾧ τρόπῳ ὑμῖν ἡ δημοκρατία κατελύθη καὶ ὑφʼ ὅτου, ἔπειτα ᾧ τρόπῳ οἱ ἄνδρες ὑπʼ Ἀγοράτου ἀπέθανον, καὶ δὴ ὅ τι ἀποθνῄσκειν μέλλοντες ἐπέσκηψαν…
Lysias, Speeches
-
…οὐχ ὑπὸ Λακεδαιμονίων ἀναγκαζόμενος, ἀλλʼ αὐτὸς ἐκείνοις ἐπαγγελλόμενος, τοῦ τε Πειραιῶς τὰ τείχη περιελεῖν καὶ τὴν ὑπάρχουσαν πολιτείαν καταλῦσαι, εὖ εἰδὼς ὅτι, εἰ μὴ πασῶν τῶν ἐλπίδων ἀποστερηθήσεσθε, ταχεῖαν παρʼ αὐτοῦ τὴν τιμωρίαν κομιεῖσθε. καὶ…
Lysias, Speeches
-
…δὲ ἐν οἰκήματί τινι, ᾧ πρὸ τοῦ μὲν ὡς ταμιείῳ ἐχρῆτο Ἱππόνικος, νῦν δὲ ὑπὸ τοῦ πλήθους τῶν καταλυόντων ὁ Καλλίας καὶ τοῦτο ἐκκενώσας ξένοις κατάλυσιν πεποίηκεν. ὁ μὲν οὖν Πρόδικος ἔτι κατέκειτο, ἐγκεκαλυμμένος ἐν κῳδίοις τισὶν…
Plato, Protagoras
-
…ἀπώλοντο. γνοὺς δὲ ταῦτα Θηραμένης καὶ οἱ ἄλλοι οἱ ἐπιβουλεύοντες ὑμῖν, ὅτι εἰσί τινες οἳ κωλύσουσι τὸν δῆμον καταλυθῆναι καὶ ἐναντιώσονται περὶ τῆς ἐλευθερίας, εἵλοντο, πρὶν τὴν ἐκκλησίαν τὴν περὶ τῆς εἰρήνης γενέσθαι, τούτους πρῶτον εἰς…
Lysias, Speeches
-
…τὸν ἄνδρα ἐπαινοῦσιν καί φασιν σοφώτατον εἶναι λέγειν · ἀλλὰ τί οὐ βαδίζομεν παρʼ αὐτόν, ἵνα ἔνδον καταλάβωμεν ; καταλύει δʼ, ὡς ἐγὼ ἤκουσα, παρὰ Καλλίᾳ τῷ Ἱππονίκου · ἀλλʼ ἴωμεν. καὶ ἐγὼ εἶπον · μήπω ,…
Plato, Protagoras
-
…παραδοθήσονται οὐδὲν γὰρ αὐτοῖς τούτων πλέον ἤ ὑμῶν ἑκάστῳ προσῆκεν, ἀλλʼ αἰσθόμενοι ἐκ τοῦ τρόπου τούτου τὸ ὑμέτερον πλῆθος καταλυθησόμενον, οὐδʼ, ὥς φασί τινες, οὐκ ἐπιθυμοῦντες εἰρήνην γίγνεσθαι, ἀλλὰ βουλόμενοι βελτίω ταύτης εἰρήνην τῷ δήμῳ τῷ…
Lysias, Speeches
-
…εἰ διαθείη ὑμᾶς ἀπόρως ὥσπερ διέθηκεν, ἀσμένως ὁποιαντινοῦν ἐθελῆσαι ἂν εἰρήνην ποιήσασθαι. οἱ δʼ ἐνθάδε ὑπομένοντες καὶ ἐπιβουλεύοντες καταλῦσαι τὴν δημοκρατίαν εἰς ἀγῶνα Κλεοφῶντα καθιστᾶσι, πρόφασιν μὲν ὅτι οὐκ ἦλθεν εἰς τὰ ὅπλα ἀναπαυσόμενος, τὸ δʼ ἀληθὲς…
Lysias, Speeches
-
…, ἐγὼ δὲ ᾠχόμην ἀπιὼν οἴκαδε. καὶ ἴσως ἂν διὰ ταῦτα ἀπέθανον, εἰ μὴ ἡ ἀρχὴ διὰ ταχέων κατελύθη. καὶ τούτων ὑμῖν ἔσονται πολλοὶ μάρτυρες. ἆρʼ οὖν ἄν με οἴεσθε τοσάδε ἔτη διαγενέσθαι εἰ ἔπραττον τὰ δημόσια…
Plato, Apology