καταλωβάω Save καταλωβάω, mutilate LSJ Bailly 2024 Pape καταλωβάω, mutilate, Plb. 15.33.9. κατα·λωβάω-ῶ, mutiler, Pol. 15, 33, 9. καταλωβάω, verstümmeln, κατελώβησαν, Pol. 15.33.9.