κατασταθμισμός
κατασταθμισμός, weighing out
κατασταθμ-ισμός, ὁ,
- weighing out, Dsc. 1.59.
κατα·σταθμισμός, οῦ (ὁ) pesage, Diosc. 1, 72, ou p.-ê. κατασταμνισμός, mise en pot (du vin).
Étym. κ. σταθμίζω.
κατασταθμισμός, ὁ, das Zu-, Abwägen, Sp.