καταφίλημα
καταφίλημα, kiss
καταφῐλ-ημα, ατος, τό,
- kiss, f.l. for φίλημα in Ph. 1.480.
καταφίλημα, ατος (τὸ) [ῐ] baiser, Phil. 1, 480.
Étym. καταφιλέω.
καταφίλημα, τό, der Kuß, Philo.
καταφίλημα, kiss