καταφοινίσσω
καταφοινίσσω, dye red
καταφοινίσσω,
- dye red, Hsch., Phot., Suid.
κατα·φοινίσσω, empourprer, Nyss. 1, 133.
καταφοινίσσω, ganz rot färben, VLL erkl. καταβάπτω.
καταφοινίσσω, dye red