κατάφοβος
κατάφοβος, fearful, afraid of
κατάφοβ-ος, ον,
- fearful, afraid of, κ. ἦν, = κατεφοβεῖτο, c. acc., ἐλέφαντας Plb. 1.39.12; τὸ μέλλον Id. 3.107.15; κ. ἦν μή . . Id. 10.7.7: abs., κ. γίγνεσθαι LXX Pr. 29.16, cf. Ath.Med. ap. Orib. inc. 21.3; κ. βίος Plu. Dio 4.
- II Act., terrifying, μήνυσις PSI 6.684.17 (iv/v A.D.).
κατά·φοβος, ος, ον, épouvanté, Plut. Dio. 4 ; τι, Pol. 1, 39, 12, de qqe ch. ; ou avec μή, Pol. 10, 7, 7, que, etc.
Étym. κ. φέβομαι.
κατάφοβος, voll Furcht, erschreckt ; κατάφοβος ἦν, μὴ περιπέσῃ συμφοραῖς Pol. 10.7.7 ; τοὺς ἐλέφαντας κατάφοβοι, voll Furcht vor den Elephanten, 1.39.12 ; τὸ μέλλον 3.107.15, öfter ; Plut. Dion. 4.