Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
καυσωδῶς
Bailly 2024
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
καυσαλίς
καύσησις
καυσία
καύσιμος
καῦσις
καυσμένης
καυσμός
καυσόομαι
καυσοποιός
καῦσος
καυσόω
καύστειρα
καυστειρός
καυστέον
καυστήρ
καυστηριάζω
καυστήριον
καυστηρός
καύστης
καυστικός
καῦστις
καυστός
καῦστρα
καύστρα
Καΰστριον πεδίον
Καΰστριος
Καϋστρόβιος
Κάϋστρος
καύσω
καυσώδης
καυσωδῶς
καύσωμα
καύσων
καυτήρ
καυτηριάζω
καυτηρίδιον
καυτήριον
καύτης
καυτικός
καυτός
καὐτός
καύχα
καυχαλίς
καύχαμα
καυχάομαι
καυχάς
καύχη
καύχημα
καυχηματίας
καυχηματικός
καυχήμων
καύχησις
καυχητής
καυχητιάω
καυχός
καφ
Καφαρναούμ
Κάφαυρος
Καφεισίας
Καφένη
καφέω
…
καυσωδῶς
Save
Bailly 2024
καυσωδῶς,
adv.
avec une fièvre ardente,
Gal.
2, 102, 103
.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}