καύσωμα Save LSJ Bailly 2024 Pape καύσ-ωμα, ατος, τό, = πύρωσις, Gal. 19.110. καύσωμα, ατος (τὸ) inflammation, Gal. Étym. καῦσος. καύσωμα, τό, = καῦμα, Galen.