κενός
κενός, empty
- I mostly of things, empty, opp. πλέως, Ar. Eq. 280; opp. πλήρης, Id. Nu. 1054; opp. μεστός, Diph. 12; κενεὰς σὺν χεῖρας ἔχοντες Od. 10.42; νοστήσαντας κεινῇσι χερσί Hdt. 1.73; κεναῖς χερσίν Pl. Lg. 796b (v. infr. II.2); τὸ κ. (sc. τάλαντον) the empty one, Ar. Fr. 488.5; κ. οἴκησις S. Ph. 31; γῆ Id. OT 55; εὐνή Id. Ant. 424; χώματα κεινά, = κενοτάφια, Hdt. 9.85; κ. τάφος E. Hel. 1057; κατέθισαν ἐπὶ κενευϝῶν (sc. τάφων gen. sg.) Schwyzer l.c. (Cypr.); κ. χρόνος a pause in music, Anon.Bellerm. 83; σφυγμὸς κ. Agathin. ap. Gal. 8.936; of wool and wine, dub. sens. in Archig. ap. Gal. 8.945; τὸ κ. the void of space, Democr. 9, Meliss. l.c., Emp. 13, al., Epicur. Ep. 1p.6U., etc.; τὸ κ., = τόπος ἐστερημένος σώματος, Arist. Ph. 208b26, cf. 213a13 sqq., Cael. 279a13; κ. χώρα Pl. Ti. 58a; ἢν κενεὸν λάβῃ [ἡ διακοπή] if it penetrates the (brain-) cavity, Hp. Aph. l.c.; esp.Astrol., not occupied by a planet, κ. δρόμος Man. 2.452, cf. Vett.Val. 94.27; cf. κενοδρομέω.
- 2 empty, fruitless, void, κενὰ εὔγματα εἰπών Od. 22.249 (v. supr.); ἐλπίς, ἐλπίδες, Simon. 5.16, A. Pers. 804; γνώμα Pi. N. 4.40, cf. S. Ant. 753; ἔξοδοι Id. Aj. 287; φροντίδες Id. Fr. 949; τέρψις ib. 577; φόβοι E. Supp. 548, cf. X. An. 2.2.21; φρόνημα Pl. R. 494d, etc.; κ. πρόφασις καὶ ψευδής D. 18.150; λοιδορία κ. Id. 2.5; μάταιον καὶ κ. ib. 12; κενὸν ἆρα καὶ τὸ φάρμακον πρὸς τὸ κ. prob. in Men. 530.19; ἀπόντων κενὴν κατηγορεῖν bring an idle charge, Arist. Resp. 470b12; ineffectual, λύγξ Th. 2.49; πουλυμαθημοσύνης, τῆς οὐ κενεώτερον ἄλλο Timo l.c.; πολλὰ κ. τοῦ πολέμου Arist. EN 1116b7; κ. δόξαι Epicur. Sent. 15; ἐπιθυμίαι, opp. φυσικαί, Id. Ep. 3p.62U., Diog.Oen. 59; κ. ὀρέξεις Metrod. Herc. 831.16; freq. in adverbial usages, neut.pl., κενεὰ πνεύσαις Pi. O. 10(11).93; ἡ διὰ κενῆς ἐπανάσεισις τῶν ὅπλων empty flourishing of arms, Th. 4.126; διὰ κενῆς ῥίπτειν throw without a projectile, Arist. Pr. 881a39; κεκλάγγω διὰ κενῆς ἄλλως to no purpose, Ar. V. 929; μάτην διὰ κ. Pl.Com. 174.21; οὐ μαχοῦμαί σοι διὰ κ. Men. Sam. 260; ἐν κενοῖς S. Aj. 971; κατὰ κενῆς Procl. in Ti. 2.167 D.; εἰς κενόν D.S. 19.9, Hld. 10.30; εἰς κ. ἡ δαπάνη IG 14.1746; εἰς κ. μοχθεῖν Men. Mon. 51; κατὰ κενοῦ χανεῖν Suid. s.v. λύκος ἔχανεν; κατὰ κενοῦ φέρειν τὰς χεῖρας Ph. 1.153; κατὰ κ. βαίνειν, = κενεμβατεῖν, Plu. Cohib. 2.463c: regul. Adv. κενῶς, διαλεκτικῶς καὶ κ. Arist. de An. 403a2; λογικῶς καὶ κ. Id. EE 1217b21; μὴ κ. πόνει Men. 1101, cf. Epicur. Ep. 3p.61U., Polystr. p.7 W., Arr. Epict. 2.17.6, Plu. Aud.poet. 2.35e.
- II of persons and things,
- 1 c.gen., destitute, bereft, τοῦ νοῦ S. OC 931; φρενῶν Id. Ant. 754; δακρύων E. Hec. 230; συμμάχων κ. δόρυ Id. Or. 688; πεδίον κ. δένδρων Pl. R. 621a; κ. φρονήσεως, ἐπιστήμης, Id. Ti. 75a, R. 486c; κ. πόνου without the fruits of toil, A. Fr. 241.
- 2 abs., empty-handed, αἰσχρόν τοι δηρόν τε μένειν κενεόν τε νέεσθαι Il. 2.298, cf. Od. 15.214; ἀπίκατο, οἱ μὲν κεινοί, οἱ δὲ φέροντες κτλ. Hdt. 7.131; κενὸς κενὸν καλεῖ A. Th. 353 (lyr.); ἥκεις οὐ κενή S. OC 359, cf. Tr. 495; οὐθʼ ὑπεργέμων . . οὔτε κ. Alex. 216; of camels, without burdens, unloaded, opp. ἔγγομοι, OGI 629.166 (Pal- myra, ii A.D.); κ. ἂν ἴῃ . ., κ. ἄπεισιν Pl. R. 370e; κ. τινὰ ἐξαποστεῖλαι LXX Ge. 31.42; bereft of her mate, λέαινα S. Aj. 986; orphan, Ἔρωτες Bion 1.59; ὑπʼ ἄσθματος κενοί exhausted . ., A. Pers. 484; of places, without garrison, χῶραι Aeschin. 3.146, cf. Hdt. 5.15; of the body, without flesh, Plu. Vit. aer. al. 2.831c.
- b devoid of wit, vain, pretentious, κεινὸς εἴην Pi. O. 3.45; διαπτυχθέντες ὤφθησαν κενοί S. Ant. 709; ἀνόητον καὶ κ. Ar. Ra. 530, cf. Ep.Jac. 2.20.
- III Comp. and Sup., κενότερος Stratt. 10 D.; -ότατος D. 27.25, Phld. Rh. 1.67 S., al., cf. Choerob. in Theod. 2.76, EM 275.50; κενώτερος, -ώτατος, Pl. Smp. 175d, v.l. in Arist. EN 1107a30 (Comp.); κενεώτερος Timo (v. supr.); κενεώτατος v.l. in Hp. Acut. 62.
1. leeg:
2. verstoken van,
3. overdr. leeg, ijdel, zinloos:
leer ; τρυφάλεια Il. 3.376 ; σὺν κεινῇσιν νηυσί 4.181 ; ὄχεα 11.160 ; κενεὸν νέεσθαι, mit leeren Händen, Il. 2.298 ; ὁρῶ κενὴν οἴκησιν Soph. Phil. 31 ; ξὺν ἀνδράσιν κάλλιον ἢ κενῆς κρατεῖνγῆς O.R. 55 ; κεναῖς δʼ ἀμφίσταμαι τραπέζαις El. 185 ; τάφος Eur. Hel. 1063 ; Ggstz πλήρης, Ar. Nub. 1054, πλέος, Eq. 280, ἐγκύμων, Plat. Theaet. 148e, μεστός, Diphil. bei Ath. XI.499c u. Sp.; – χρόνος, eine Pause, Music. – Häufig übertr.; τοῦ νοῦ κενός, entblößt davon, ermangelnd, Soph. O.C. 934, vgl. Ant. 750 ; κενὴ λέαινα Aj. 965, die verlassene ; vgl. κενὸν δένδρων πεδίον Plat. Rep. X.621a ; ὅσα κενά ἐστι φρονήσεως Tim. 75a ; unteilhaftig, ἐπιστήμης Rep. VI.486c ; κενὰ πάντων, von Allem entblößt, Xen. Hell. 7.3.8 ; Sp. – Aehnl. ἥκεις οὐ κενή, eigtl. du kommst nicht mit leeren Händen, ohne Grund, Soph. O.C. 360 ; vgl. Tr. 445 ; – ὑπʼ ἄσθματος, erschöpft, Aesch. Pers. 426 ; κεναῖς χερσὶν ἀθύρειν Plat. Legg. VII.796b. – Bes. leer, eitel, nichtig, κενὰ εὔγματα, leere Prahlereien, Od. 22.249 ; γνώμα Pind. N. 4.40 ; ἐλπίδες 8.95 ; κεναῖσιν ἐλπίσιν πεπεισμένος Aesch. Pers. 790 ; vgl. Eur. I.A. 987 ; κεναὶ γνῶμαι Soph. Ant. 749 ; θυμῷ ματαίῳ μὴ χαρίζεσθαι κενά El. 323 ; κενοὶ λόγοι Plat. Lach. 196b ; λοιδορία Dem. 2.5 ; dem μάταιος entsprechend, ib. 12, wie Plut. adv. Col. 17 κενὰς ἀρετὰς καὶ ματαίας vrbdt ; κενὴ πρόφασις καὶ ψευδής Dem. 18.150 ; Sp.; – διὰ κενῆς, s. oben διακενῆς.
Komparat. κενότερος, nach den alten Gramm., EM. 275.50 u. B.A. 121.6, an das ion. κεινός erinnernd ; doch steht jetzt κενώτερος Plat. Symp. 175d, κενώτατον λόγον λέγειν Dem. 27.25, u. jene Form findet sich nur hier u. sonst als v.l.
See κεινός.
Strong 2756
empty (Ge 37:24, Jg 7:16). Metaph.,
(a) empty, vain: λόγοι, Eph 5:6; ἀπάτη, Col 2:8; κήρυγμα, πίστις, I Co 15:14;
(b) vain, fruitless: ἡ χάρις, I Co 15:10; κόπος, I Co 15:58; ἡ εἴσοδος, I Th 2:1; κενά, Ac 4:25(LXX); εἰς κενόν, in vain, to no purpose (Diod., LXX; cl. διὰ κενῆς), II Co 6:1, Ga 2:2, Phl 2:16, I Th 3:5;
(c) of persons, empty-handed: Mk 12:3, Lk 1:53 20:10, 11; vain, Ja 2:20.†
- Iof things, empty, opp. to πλέως or πλήρης, Hom., Hdt., Attic
- 2metaph. empty, vain, κενὰ εὔγματα Od.; κ. ἐλπίς Aesch., etc.:—in adverbial usages, neut. pl., κενεὰ πνεύσας Pind.; διὰ κενῆς to no purpose, in vain, Ar., Thuc.
- IIof persons,
- 1c. gen. void, destitute, bereft, τοῦ νοῦ, φρενῶν Soph.; συμμάζων Eur.
- 2empty-handed, Hom., Hdt., Attic:— bereft of her mate, λέαινα Soph.: — empty of wit, empty-headed, Soph., Ar.
- IIIcomp. and Sup. κενώτερος, -ώτατος, Plat., etc.
-
…εἴσιθʼ. οὔ σοι μὴ μεθέψομαί ποτε, οὐδʼ ἢν σφόδρʼ ἱμείρουσα τυγχάνῃς · ἐπεὶ πολλῆς ἀνοίας καὶ τὸ θηρᾶσθαι κενά. ἀλλʼ εἰ σεαυτῇ τυγχάνεις δοκοῦσά τι φρονεῖν, φρόνει τοιαῦθʼ. ὅταν γὰρ ἐν κακοῖς ἤδη βεβήκῃς, τἄμʼ…
Sophocles, Electra
-
…κἀπαπειλῶν ὧδʼ ἐπεξέρχει θρασύς ; τίς δʼ ἔστʼ ἀπειλὴ πρὸς κενὰς γνώμας λέγειν ; κλαίων φρενώσεις, ὢν φρενῶν αὐτὸς κενός. εἰ μὴ πατὴρ ἦσθʼ, εἶπον ἄν σʼ οὐκ εὖ φρονεῖν. γυναικὸς ὢν δούλευμα μὴ κώτιλλέ με .…
Sophocles, Antigone
-
…τί γὰρ παρʼ ἦμαρ ἡμέρα τέρπειν ἔχει προσθεῖσα κἀναθεῖσα τοῦ γε κατθανεῖν ; οὐκ ἂν πριαίμην οὐδενὸς λόγου βροτὸν ὅστις κεναῖσιν ἐλπίσιν θερμαίνεται · ἀλλʼ ἢ καλῶς ζῆν ἢ καλῶς τεθνηκέναι τὸν εὐγενῆ χρή. πάντʼ ἀκήκοας λόγον. οὐδεὶς ἐρεῖ…
Sophocles, Ajax
-
…οἷος κείνου θυμὸς ὑπέρβιος, οὔ σε μεθήσει, ἀλλʼ αὐτὸς καλέων δεῦρʼ εἴσεται, οὐδέ ἕ φημι ἂψ ἰέναι κενεόν · μάλα γὰρ κεχολώσεται ἔμπης. ὣς ἄρα φωνήσας ἔλασεν καλλίτριχας ἵππους ἂψ Πυλίων εἰς ἄστυ, θοῶς δʼ ἄρα…
Homer, Odyssey
-
…ἔπος πάντεσσι πιφαύσκων · ὦ φίλοι, ἤδη σχήσει ἀνὴρ ὅδε χεῖρας ἀάπτους · καὶ δή οἱ Μέντωρ μὲν ἔβη κενὰ εὔγματα εἰπών, οἱ δʼ οἶοι λείπονται ἐπὶ πρώτῃσι θύρῃσι. τῷ νῦν μὴ ἅμα πάντες ἐφίετε δούρατα μακρά ,…
Homer, Odyssey
-
…τὰς ναῦς οἱ Πελοποννήσιοι καὶ παραταξάμενοι πρὸς τῇ γῇ ἐμάχοντο. Ἀθηναῖοι δὲ ἀπέπλευσαν, τριάκοντα ναῦς τῶν πολεμίων λαβόντες κενὰς καὶ ἃς αὐτοὶ ἀπώλεσαν κομισάμενοι, εἰς Σηστόν. ἐντεῦθεν πλὴν τετταράκοντα νεῶν ἄλλαι ἄλλῃ ᾤχοντο ἐπʼ ἀργυρολογίαν ἔξω τοῦ…
Xenophon, Hellenica
-
…ἱεμένων περ. αὐχένι γάρ οἱ ὄπισθε πολύστονος ἔμπεσεν ἰός · ἤριπε δʼ ἐξ ὀχέων, ὑπερώησαν δέ οἱ ἵπποι κείνʼ ὄχεα κροτέοντες. ἄναξ δʼ ἐνόησε τάχιστα Πουλυδάμας, καὶ πρῶτος ἐναντίος ἤλυθεν ἵππων. τοὺς μὲν ὅ γʼ Ἀστυνόῳ…
Homer, Iliad
-
…βλέψαντα · συμβαίνει γὰρ οὐ τὰ μέν, τὰ δʼ οὔ. κεἴπερ τάδʼ ἐστί, πλῆθος ἔκκριτον στρατοῦ λείπει κεναῖσιν ἐλπίσιν πεπεισμένος. μίμνουσι δʼ ἔνθα πεδίον Ἀσωπὸς ῥοαῖς ἄρδει, φίλον πίασμα Βοιωτῶν χθονί · οὗ σφιν κακῶν ὕψιστʼ…
Aeschylus, Persians
-
…Ἑλλάδος πάσης καὶ πρὸς ἐκ Φοινίκης κέραμος ἐσάγεται πλήρης οἴνου δὶς τοῦ ἔτεος ἑκάστου, καὶ ἓν κεράμιον οἰνηρὸν ἀριθμῷ κεινὸν οὐκ ἔστι ὡς λόγῳ εἰπεῖν ἰδέσθαι. κοῦ δῆτα, εἴποι τις ἄν, ταῦτα ἀναισιμοῦται ; ἐγὼ καὶ τοῦτο…
Herodotus, The Histories
-
…αὐτὸς ἢ φρονεῖν μόνος δοκεῖ, ἢ γλῶσσαν, ἣν οὐκ ἄλλος, ἢ ψυχὴν ἔχειν, οὗτοι διαπτυχθέντες ὤφθησαν κενοί. ἀλλʼ ἄνδρα, κεἴ τις ᾖ σοφός, τὸ μανθάνειν πόλλʼ αἰσχρὸν οὐδὲν καὶ τὸ μὴ τείνειν ἄγαν…
Sophocles, Antigone