κεράμινος
κεράμινος, of clay, earthen
κερᾰμ-ῐνος, η, ον,
- = κεραμεοῦς, Hdt. 3.96, 4.70, Anaxil. 5, PFlor. 388.98 (ii A.D.).
κεράμινος, η, ον [ᾰῐ] c. κεράμειος, Hdt. 3, 96 ; Xén. An. 3, 4, 7.
κεράμινος, irden, vom Töpfer gemacht ; κύλιξ Her. 4.70, πίθος 3.96 ; B.A. 102.9.
κεράμινος
κεράμῐνος, η, ον
= κεραμεοῦς, Hdt., Xen.