κεράμιος
κεράμιος, of clay, earthen
κερᾰμ-ιος, ὁ,
- = κεραμεύς, CIG 5021, 5028 (Nubia).
- II v. κεραμεοῦς.
κεράμιος, α, ον [ᾰ] c. κεράμεος, Str. 17, 2, 3 Kram. ; Diosc. 5, 10.
κεράμιος, = κεράμειος, irden, tönern ; πλίνθοι κεράμιαι Xen. An. 3.4.7 ; Folgde : oft v.l. für κεράμεος u. κεραμεοῦς.