κεραμοπωλεῖον
κεραμοπωλεῖον, pottery-market
κερᾰμοπωλ-εῖον, τό,
- pottery-market, Din. Fr. 89.18.
κεραμοπωλεῖον, ου (τὸ) marché à la poterie, Din. (Poll. 7, 161).
Étym. κεραμοπωλέω.
κεραμοπωλεῖον, τό, Töpfermarkt, Din. bei Poll. 7.161.