κοιλόφυλλος
κοιλόφυλλος, hollow-leaved
κοιλό-φυλλος, ον,
- hollow-leaved, Thphr. HP 1.10.8.
κοιλό·φυλλος, ος, ον, aux feuilles creuses, Th. H.P. 1, 10, 8.
Étym. κοῖλος, φύλλον.
κοιλόφυλλος, hohlblättrig, Theophr.