κοινοβιάρχης
κοινοβιάρχης, head of a κοινόβιον
κοινοβῐάρχης, ου, ὁ,
- head of a κοινόβιον, PMasp. 151.149 (vi A.D.).
κοινοβιάρχης, ὁ, Vorsteher eines Klosters, K.S.
κοινοβιάρχης, head of a κοινόβιον