Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
κοινοβιακός
Pape
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
κοιμάω
κοιμέω
κοιμήθρα
κοίμημα
κοίμησις
κοιμητήριον
κοιμητικῶς
κοιμήτωρ
κοιμίζω
κοίμισις
κοιμισμός
κοιμιστάς
κοιμιστής
κοιμιστικός
κοινα
κοινάν
κοινανέω
κοινανία
κοινανικός
κοινάριον
κοινάσας
κοινάσομαι
κοινάω
κοινεῖον
κοινεών
κοινῇ
κοινηλογέομαι
κοινίον
κοινισμός
κοινίτης
κοινοβιακός
κοινοβιάρχης
κοινοβιαρχία
κοινόβιον
κοινόβιος
κοινοβιότης
κοινοβλαβής
κοινοβουλευτικός
κοινοβουλέω
κοινοβούλης
κοινοβουλία
κοινοβούλιον
κοινόβουλος
κοινοβωμία
κοινογάμια
κοινογαμία
κοινογενής
κοινογονία
κοινογραφέομαι
κοινοδημεί
κοινοδήμιον
κοινόδημος
κοινοδίκαιον
κοινοδίκιον
κοινόδικος
κοινοεργέω
κοινοεργής
κοινοεργός
κοινοθανής
κοινοθυλακέω
κοινοκαθέτας
…
κοινοβιακός
Save
Pape
κοινοβιακός
,
zum gemeinsamen, Klosterleben gehörig
, K.S.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}