Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
κοιμήτωρ
Bailly 2024
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
κοιλόσυρτος
κοιλοσώματον
κοιλοσώματος
κοιλότης
κοιλοφθαλμία
κοιλοφθαλμιάω
κοιλόφθαλμος
κοιλοφυής
κοιλόφυλλος
κοιλόφωνος
κοιλοχείλης
κοιλόω
κοιλώδης
κοίλωμα
Κοίλων
κοιλῶνυξ
κοιλῶπαν
κοιλώπης
κοιλῶπις
κοιλωπός
κοίλωσις
κοιλωτέα
κοιμάομαι
κοιμάω
κοιμέω
κοιμήθρα
κοίμημα
κοίμησις
κοιμητήριον
κοιμητικῶς
κοιμήτωρ
κοιμίζω
κοίμισις
κοιμισμός
κοιμιστάς
κοιμιστής
κοιμιστικός
κοινα
κοινάν
κοινανέω
κοινανία
κοινανικός
κοινάριον
κοινάσας
κοινάσομαι
κοινάω
κοινεῖον
κοινεών
κοινῇ
κοινηλογέομαι
κοινίον
κοινισμός
κοινίτης
κοινοβιακός
κοινοβιάρχης
κοινοβιαρχία
κοινόβιον
κοινόβιος
κοινοβιότης
κοινοβλαβής
κοινοβουλευτικός
…
κοιμήτωρ
Save
Bailly 2024
κοιμήτωρ,
ορος
(
ὁ
) qui endort, qui assoupit,
Naz.
2, 222
.
Étym.
κοιμάω
.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}