κοινανία
κοιν-ᾱνία,
- = κοινωνία, Aesar. ap. Stob. 1.49.27; perh. to be read in Pi. P. 1.97.
κοινᾱνία
- 1company οὐδέ μιν φόρμιγγες ὑπωρόφιαι κοινανίαν μαλθακὰν παίδων ὀάροισι δέκονται (Schr.: κοινωνίαν codd.) P. 1.97