κοινανέω Save LSJ Bailly 2024 Pape Middle Liddell κοιν-ᾱνέω, Dor. for κοινωνέω, Foed.Dor. ap. Th. 5.79. κοινανέω-ῶ, v. κοινωνέω. κοινανέω, [ᾱ], dor. = κοινωνέω, Thuc. 5.79. κοινανέω κοινᾱνέω, Doric for κοινωνέω.