Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
κοιμέω
Bailly 2024
Pape
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
κόϊλος
κοιλοσταθμέω
κοιλόσταθμος
κοιλοστομία
κοιλόστομος
Κοιλοσυρία
κοιλόσυρτος
κοιλοσώματον
κοιλοσώματος
κοιλότης
κοιλοφθαλμία
κοιλοφθαλμιάω
κοιλόφθαλμος
κοιλοφυής
κοιλόφυλλος
κοιλόφωνος
κοιλοχείλης
κοιλόω
κοιλώδης
κοίλωμα
Κοίλων
κοιλῶνυξ
κοιλῶπαν
κοιλώπης
κοιλῶπις
κοιλωπός
κοίλωσις
κοιλωτέα
κοιμάομαι
κοιμάω
κοιμέω
κοιμήθρα
κοίμημα
κοίμησις
κοιμητήριον
κοιμητικῶς
κοιμήτωρ
κοιμίζω
κοίμισις
κοιμισμός
κοιμιστάς
κοιμιστής
κοιμιστικός
κοινα
κοινάν
κοινανέω
κοινανία
κοινανικός
κοινάριον
κοινάσας
κοινάσομαι
κοινάω
κοινεῖον
κοινεών
κοινῇ
κοινηλογέομαι
κοινίον
κοινισμός
κοινίτης
κοινοβιακός
κοινοβιάρχης
…
κοιμέω
Save
Bailly 2024
Pape
κοιμέω-ῶ,
v. le préc.
κοιμέω
, ion. = κοιμάω, Her. 2.95.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}