κοινάν
κοιν-άν, ᾶνος, ὁ, Dor. and Arc. for κοινών, Pi. P. 3.28, IG 9(1).334.4 (Locr., v B.C.), 5(2).6.21 (Tegea, iv B.C.).
κοινάν, v. κοινών.
κοινάν, ᾶνος, ὁ, dor. = κοινών, Pind. P. 3.28.
κοινᾱν
- 1confidant met. Λοξίας, κοινᾶνι παρʼ εὐθυτάτῳ γνώμαν πιθών, πάντα ἰσάντι νόῳ P. 3.28