κοινεών
κοινεών, partner
κοιν-εών, ῶνος, ὁ,
- = κοινωνός, prob. in E. HF 149, 340.
κοινεών, ῶνος, ὁ, = κοινωνός, zw., s. Hermann zu Eur. Herc.Fur. 320.
κοινεών, partner