κοινάω
κοινάω, confide, entrust
κοινάω-ῶ, Pd. P. 4, 115 et moy. κοινάομαι -ῶμαι (f. κοινάσομαι) Pd. N. 3, 12, dor. c. κοινόω et κοινόομαι.
κοινάω, = κοινόω ; ὁδὸν νυκτί, einen Weg der Nacht mitteilen od. anvertrauen, Pind. P. 4.115 ; κοινάσομαι ὀάροις λύρᾳ τε N. 3.12.
κοινάω
- 1confide, entrust c. acc. & dat., met. κρύβδα πέμπον σπαργάνοις ἐν πορφυρέοις, νυκτὶ κοινάσαντες ὁδόν making night a confidant in their journey P. 4.115 ἐγὼ δὲ κείνων τέ μιν ὀάροις λύρᾳ τε κοινάσομαι (Boeckh: κοινώσομαι codd.) N. 3.12 dub., κοινω[ fr. 59. 9.