κοινογάμια
κοινογάμια, promiscuous concubinage
κοινο-γάμια [γᾰ], ων, τά,
- promiscuous concubinage, Clearch. 49.
κοινο·γάμια, ων (τὰ) [γᾰ] communauté des femmes (propr. des mariages) Ath. 555d.
Étym. κοινός, γάμος.
κοινογάμια, τά, Heiratsgemeinschaft ; Ath. XII.555d πρῶτος Κέκροψ μίαν ἑνὶ ἔζευξεν, ἀνέδην τὸ πρότερον οὐσῶν τῶν συνόδων καὶ κοινογαμίων ὄντων.
Bei K.S. ἡ κοινογαμία.
Bei K.S. ἡ κοινογαμία.