Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
κοινανικός
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
κοιλόω
κοιλώδης
κοίλωμα
Κοίλων
κοιλῶνυξ
κοιλῶπαν
κοιλώπης
κοιλῶπις
κοιλωπός
κοίλωσις
κοιλωτέα
κοιμάομαι
κοιμάω
κοιμέω
κοιμήθρα
κοίμημα
κοίμησις
κοιμητήριον
κοιμητικῶς
κοιμήτωρ
κοιμίζω
κοίμισις
κοιμισμός
κοιμιστάς
κοιμιστής
κοιμιστικός
κοινα
κοινάν
κοινανέω
κοινανία
κοινανικός
κοινάριον
κοινάσας
κοινάσομαι
κοινάω
κοινεῖον
κοινεών
κοινῇ
κοινηλογέομαι
κοινίον
κοινισμός
κοινίτης
κοινοβιακός
κοινοβιάρχης
κοινοβιαρχία
κοινόβιον
κοινόβιος
κοινοβιότης
κοινοβλαβής
κοινοβουλευτικός
κοινοβουλέω
κοινοβούλης
κοινοβουλία
κοινοβούλιον
κοινόβουλος
κοινοβωμία
κοινογάμια
κοινογαμία
κοινογενής
κοινογονία
κοινογραφέομαι
…
κοινανικός
Save
LSJ
κοιν-ᾱνικός,
= κοινωνικός,
Archyt.
ap.
Stob.
1.48.6.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}