Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
λοχιάω
Pape
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
λοχάρχης
λόχαρχος
λοχάς
λοχάω
λοχεία
Λοχεία
λόχεια
λοχειαῖος
λοχεῖος
λοχεός
λοχέος
λόχευμα
λόχευσις
λοχευτικός
λοχεύτρια
λοχεύω
λοχή
λοχηγετέω
λοχηγέτης
λοχηγέω
λοχηγός
λόχησις
λοχητής
λοχητικός
λοχήφορος
λόχια
λοχιᾷ
λοχία
Λοχία
λοχιάς
λοχιάω
λοχίδιον
λοχίζω
λοχικός
λόχιος
λοχισμός
λοχίτης
Λοχίτης
λοχῖτις
λοχῖτις ἐκκλησία
λόχμα
λοχμάζω
λοχμαῖος
λόχμη
λόχμιος
λοχμίς
λοχμόομαι
λοχμώδης
λόχον
λόχονδε
λοχός
λόχος
Λόχος
λοχόωσι
λοχώ
λόω
λςʹ
λύα
λυάζω
Λυαῖος
λυαῖος
…
λοχιάω
Save
Pape
λοχιάω
, erkl. Hesych. γεννᾶν, αὔξειν.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}