μελέτα
μελέτα, resolution, diligence
μελέτα (-α, -ᾳ, -αν; -αις.)
- a taking pains, resolution, diligence ἐν θυμῷ πιέσαις χόλον οὐ φατὸν ὀξείᾳ μελέτᾳ O. 6.37 ἕπομαι δὲ καὶ αὐτὸς ἔχων μελέταν N. 6.54 Λάμπων δὲ μελέταν ἔργοις ὀπάζων Ἡσιόδου μάλα τιμᾷ τοῦτʼ ἔπος (v. Ἡσίοδος) I. 6.66
- b object of care, concern, preoccupation μία δʼ οὐχ ἅπαντας ἄμμε θρέψει μελέτα O. 9.107 μελέταν δὲ σοφισταῖς Διὸς ἕκατι πρόσβαλον σεβιζόμενοι (sc. ἥροες: matter for thought) I. 5.28 pl., Λυδῷ γὰρ Ἀσώπιχον ἐν τρόπῳ ἐν μελέταις τʼ ἀείδων ἔμολον among my (poetic) preoccupations O. 14.18