μεταμοσχεύω
μεταμοσχεύω, transplant
μεταμοσχ-εύω,
- transplant, Hsch.: Subst. μεταμόσχ-ευσις, εως, ἡ, Gloss.
μετα·μοσχεύω, transplanter, Chrys. 5, 68.
μεταμοσχεύω, umpflanzen, Sp., Hesych. erkl. μεταφυτεύω.