μεταναιέτης
μεταναιέτης, one who dwells with
μεταναιέτ-ης, ου, ὁ,
- one who dwells with, Hes. Th. 401.
μεταναιέτης, ου (ὁ) c. μετανάστης, Hés. Th. 401.
Étym. μ. ναίω.
μεταναιέτης, ὁ, der seinen Wohnort vertauscht hat und wo anders wohnt, = μετανάστης, Hes. Th. 401.
μεταναιέτης
μετα-ναιέτης, ου, ὁ,
- one who dwells with, Hes.