μεταμώλιος Save LSJ Pape μετᾰμώλιος, ον, dub. l. for sq. II = ἐμπόλεμος, Hsch. μεταμώλιος, schlechte Schreibart für μεταμώνιος vor Wolf ; Hesych. erkl. ἐμπόλεμος, von μῶλος.