μεταναγιγνώσκομαι
μεταναγιγνώσκομαι, to repent of
μεταναγιγνώσκομαι, Pass.,
- repent of, c. gen., Αἴας μετανεγνώσθη θυμοῦ (Herm. for θυμὸν) . . μεγάλων τε νεικέων S. Aj. 717 (lyr.).
μεταναγιγνώσκομαι
- Pass. to repent of a thing, c. gen., Soph.