μονομάχης
μονομᾰχ-ης, ου, ὁ,
- = μονομάχος, S.E. P. 1.156.
μονο·μάχης, ου [ᾰ] adj. m. c. μονομάχος, Sext. P. 1, 156, etc. ; Clém. 167.
μονομάχης, ὁ, = μονομάχος ; Clem.Al.; S.Emp. pyrrh. 1.156, 3.212 Bekker