μονοκρατία Save Bailly 2024 Pape μονοκρατία, ας (ἡ) [ᾰτ] domination d’un seul, monarchie absolue, Naz. 2, 165a. Étym. μ. κράτος. μονοκρατία, ἡ, = μονοκρατορία, Sp.