μονολεχής
μονο-λεχής, Ion. μουνο-, ές,
- = μονόκοιτος, διαζυγίη AP 5.8 (Rufin.); κοῖται ib. 12.226 (Strat.).
μονο·λεχής, ής, ές, qui couche seul, Plut. M. 57d ; Anth. 5, 9, 226 (ion. μουνολεχής).
Étym. μ. λέχος.
μονολεχής, ές, = μονόκοιτος ; Plut. de ad. et am. discr. 20, von der Frau, neben φίλανδρος ; – διαζυγία, Rufin. 25 (V.9); κοῖται, Strat. 68 (XII.226).