μονοναύτης
μονοναύτης, lonely voyager
μονο-ναύτης, ου, ὁ,
- lonely voyager, Eust. 1536.2:—Adj. μονο-ναυτικός, ή, όν, οἰκία Id. 1535.62.
μονοναύτης, ὁ, der einzelne Schiffer, u. davon μονοναυτικὴ οἰκία, Eust. 1535.62.