Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
μονόμηλον
μονόμηλον, eye-salve
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
μονολεχής
μονολέων
μονολήκυθος
μονολήμματος
μονόλιθος
μονόλινον
μονολογία
μονολόγιστος
μονολόγος
μονόλοπος
μονόλυκος
μονόλωπος
μονόμαζος
μονόμαλλος
μονομάτωρ
μονομαχεῖον
μονομαχέω
μονομάχημα
μονομάχης
μονομαχία
μονομαχικός
μονομάχιον
μονομάχος
μονόμαχος
μονομαχοτροφεῖον
μονομαχοτρόφος
μονομελής
μονομέρεια
μονομερής
μονόμετρος
μονόμηλον
μονομήτωρ
μονόμισσα
μονόμιτος
μονόμματος
μονομοιρία
μονομοιριαῖος
μονόμοιρος
μονόμοσχος
μονόμφαλος
μόνον
μονοναύτης
μονονού
μονονούκ
μονονουχί
μονονυχί
μονόξοος
μονόξυλον
μονόξυλος
μονοούσιος
μονοπάθεια
μονόπαις
μονοπάλη
μονοπάλης
μονοπάτιον
μονοπάτωρ
μονοπέδιλος
μονοπείρας
μονόπελμος
μονόπεπλος
μονόπηρος
…
μονόμηλον
Save
μονόμηλον, eye-salve
LSJ
μονό-μηλον, τό, name of an
eye-salve,
Aët.
7.103.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}