μονόγονος
μονόγονος, only-born
μονό-γονος, Ep. μουνό-, η, ον,
- only-born, κούρη μουνογόνη, of Persephone, Opp. H. 3.489 codd.; Δήμητρι καὶ Μουνογόνῃ IG 9(2).305 (Tricca, ii B. C.); μουνογόναν τὸ ἕν [μανύει] Supp.Epigr. 4.634 (Sardes, i B. C.).
*μονό·γονος, seul. ion. μουνόγονος, ος, ον, c. μονογενής, Opp. H. 3, 489.
μονόγονος, u. p. μουνόγονος, allein, einzeln geboren, Opp. Hal. 3.489, κούρη μουνογόνη. Vgl. μονογενής.