Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
μονόδερμος
LSJ
Pape
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
μονογάμιον
μονογαμίου ἐπιτίμιον
μονογάμματος
μονόγαμος
μονογενέα
μονογένεια
μονογενής
μονογενῶς
μονογέρων
μονόγληνος
μονογλωσσέω
μονόγλωσσος
μονόγλωττος
Μονογνάθειος
μονογνωμέω
μονογνωμικός
μονογνωμονέω
μονογνωμονικός
μονογνωμοσύνη
μονογνώμων
μονογόνατος
μονόγονος
μονογράμματος
μονόγραμμος
μονογράφος
μονόγυιος
μονοδάκτυλος
μονοδαμιουργοί
μονοδέρκτας
μονοδέρκτης
μονόδερμος
μονοδέσμη
μονοδεσμία
μονοδιαιτησία
μονοδοξέω
μονόδουπος
μονόδους
μονοδραστικός
μονοδραχμία
μονόδραχμος
μονόδροπος
μονοείδεια
μονοειδής
μονοειδῶς
μονοείλητος
μονοείμων
μόνοζος
μονοζυγής
μονόζυξ
μονόζωνος
μονόζωος
μονόζωστος
μονοημερής
μονοήμερος
μονοημέρως
μονοθελῆται
μονόθεν
μονοθρηνέω
μονόθρονος
μονόθυρος
μονοίκητος
…
μονόδερμος
Save
LSJ
Pape
μονό-δερμος, ον,
gloss on μονόλοπος,
Hsch.
μονόδερμος
,
einhäutig
, Hesych.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}