Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
μόναγρος
Pape
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
Μολύκριον
μόλυμμα
Μολυνεύς
μολυνίη
μολυνοπραγμονέομαι
μόλυνσις
μολυντός
μολύνω
μολυρίς
μολυρόν
μολυρός
Μόλυρος
μόλυς
μόλυσμα
μολυσματώδης
μολυσμός
μόλυχνον
μόλω
Μόλων
μολών
μομβρώ
Μόμμιος
μομμώ
μομφά
μομφή
μόμφις
μόμφος
μονάγκων
μοναγρία
μονάγριον
μόναγρος
μοναδελφία
μονάδην
μοναδιαῖος
μοναδικός
μοναδικῶς
μοναδισμός
μοναδιστί
μοναδόν
μονάζω
μοναθλία
μόναιπος
Μοναίσης
μονάκανθος
μοναλκής
μονάλυσις
μοναμπυκία
μονάμπυκος
μονάμπυξ
μονανδρέω
μονανδρία
μόνανδρος
μονάξ
μοναξία
μόναπος
μονάριος
μοναρταβία
μοναρχεία
μοναρχέω
μονάρχης
μοναρχία
…
μόναγρος
Save
Pape
μόναγρος
, ὁ, = μοναγρία, Suid.
f.l.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}