Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
Μοναίσης
Bailly 2024
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
μόλυς
μόλυσμα
μολυσματώδης
μολυσμός
μόλυχνον
μόλω
Μόλων
μολών
μομβρώ
Μόμμιος
μομμώ
μομφά
μομφή
μόμφις
μόμφος
μονάγκων
μοναγρία
μονάγριον
μόναγρος
μοναδελφία
μονάδην
μοναδιαῖος
μοναδικός
μοναδικῶς
μοναδισμός
μοναδιστί
μοναδόν
μονάζω
μοναθλία
μόναιπος
Μοναίσης
μονάκανθος
μοναλκής
μονάλυσις
μοναμπυκία
μονάμπυκος
μονάμπυξ
μονανδρέω
μονανδρία
μόνανδρος
μονάξ
μοναξία
μόναπος
μονάριος
μοναρταβία
μοναρχεία
μοναρχέω
μονάρχης
μοναρχία
μονάρχια
μοναρχικός
μοναρχικῶς
μόναρχος
μονάς
μονασμός
μοναστηριακός
μοναστήριον
μοναστήριος
μοναστής
μοναστικός
μοναστραβής
…
Μοναίσης
Save
Bailly 2024
Μοναίσης
(
ὁ
)
Monæsès,
Parthe,
Plut.
Ant.
37, 46
.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}