μονάρχης
μονάρχης, monarch (dub. for -ος)
μονάρχ-ης, ου, ὁ,
- = μόναρχος, dub.l. in Jul. Or. 2.85c.
μονάρχης, ου (ὁ) c. μόναρχος, Pol. 40, 3, 8.
μονάρχης, ὁ, = μόναρχος, Pol. 40.3.8, Luc. Phal. 2.5.