μοναδόν
μον-ᾰδόν, Ion. μουνᾰδόν, Adv.,
- = μονάδην, Opp. H. 1.444.
*μοναδόν, seul. ion. μουναδόν [ᾰ] adv. c. μονάδην, Opp. C. 4, 40.
Étym. μονάς, -δον.
μοναδόν, ion. μουναδόν, = μονάδην, Nic. Th. 148.