νήποτμος Save Bailly 2024 Pape νή·ποτμος, ος, ον, infortuné, Hés. Th. 795 (vulg. corrigé en νήϋτμος). Étym. νη-, πότμος. νήποτμος, = ἄποτμος, Hes. Th. 795, v.l.